Ακούστε το άρθρο
Χρόνος ανάγνωσης 1 λεπτό

Σύνοψη
Δεν άντεξαν…
σκύβανε τολμηρά να χαϊδέψουν τ’ ακροδάχτυλα
ερωτικό στο σεμνό φλοίσβημά της
Δεν άντεξαν…
Στην απόμερη παραλία που τ’ αλμυρίκια
σκύβανε τολμηρά να χαϊδέψουν τ’ ακροδάχτυλα
της χρυσογάλαζης θάλασσας με θρόισμα
ερωτικό στο σεμνό φλοίσβημά της
– ο ζωγράφος εκστατικός στην παλέτα του
βούτηξε σπάταλα τον χρωστήρα στον μενεξί
τον ουρανό αφήνοντας επίτηδες τις πιτσιλιές
να πέφτουνε του σπερνού ήλιου στην άσπρο άμμο∙
– κι ο ποιητής με νου σχεδόν σαλεμένο
απ’ την πολλή ομορφιά έψαχνε στη θεϊκή βίβλο
λέξεις επίμονα ν’ αποτυπώσει την εικόνα
μουσκεύοντας το χαρτί απ’ την υγρή καρδιά του∙
– κι ο Γέρων ασκητής με τα βαθουλωμένα μάτια
όπως συνήθιζε γονάτισε ν’ αφήσει τον Χριστό
λεύτερο στην καρδιά του να ψάλει με χαρά
«Φως ιλαρόν…», του δούλου Του Αθηνογένη.
